Πέμπτη, 30 Απριλίου 2009

ΑΓΑΠΗ

«Η αγάπη δεν είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα που κατά σύμπτωση το γνωρίζει κάποιος ή το συναντά εάν είναι τυχερός. Η αγάπη είναι τέχνη και κατά συνέπεια χρειάζεται γνώση και προσπάθεια. Είναι τέχνη ακριβώς όπως είναι και η ίδια η ζωή.»
(Erich Fromm)

Τα βασικά είδη αγάπης χαρακτηρίζουν τόσο τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, όπως είναι η μητρική, η πατρική και η αδελφική, όσο και εξωοικογενειακές, όπως η ερωτική αγάπη. Ο Fromm δίνει σαφώς τις ομοιότητες και διαφορές των παρακάτω ειδών αγάπης.

Μητρική Αγάπη

Η αγάπη αυτή, ή καλύτερα η αγάπη της μητρικής φιγούρας, χαρακτηρίζεται ως αγάπη άνευ όρων που
α. παρέχει την επιβεβαίωση στο παιδί μέσω της φροντίδας και ευθύνης της μητέρας, και

β. τρέπει το παιδί προς την αγάπη για ζωή μέσω της παραπάνω στάσεως και συμπεριφοράς της μητέρας.


Η μητέρα παρέχει γάλα (φροντίδα, ασφάλεια. υπομονή, συγγνώμη κ.λ.π.) αλλά και μέλι (γλυκύτητα ζωής) με το χαμόγελό της, που είναι έκφραση της ευχαρίστησής της, αν όχι της απόλαυσης και ευτυχίας της, αντίθετα προς ενδεχόμενες εκφράσεις αγωνίας, θλίψης και άγχους της.

Θεωρείται ότι είναι το ανώτερο είδος αγάπης και ο πιο ιερός συναισθηματικός δεσμός, επειδή χαρακτηρίζεται από την ανιδιοτελή προσφορά και τον αλτρουϊσμό της μητέρας προς το παιδί, που πάντοτε έχει τέτοιες ανάγκες. Αυτή η αγάπη είναι ευλογία και ειρήνη. Δεν χρειάζεται να προσπαθήσει το νήπιο να την αποκτήσει, αλλά ούτε καν να την αξίζει. Είναι αγάπη ώριμη της αρχής “αγαπιέμαι γιατί αγαπώ” και όχι νηπιακή, ανώριμη : “αγαπώ γιατί αγαπιέμαι”. “Σε χρειάζομαι γιατί σ’ αγαπώ” και όχι “σ’ αγαπώ γιατί σε χρειάζομαι”


Είναι μια αγάπη ανισοτιμίας που την παίρνει το παιδί, έστω και αν δεν την αξίζει. Αυτό όμως περικλείει και μια αρνητική πλευρά επειδή το παιδί δεν μπορεί να την ελέγξει, να την δημιουργήσει ή να την αποκτήσει με τη δική του θέληση. Γι’ αυτό η μητέρα δεν πρέπει να είναι απειλητική, αυταρχική και να εμποδίζει την ωρίμανσή του. Αντίθετα η ανάγκη για υπέρβαση, βασική ανάγκη του ανθρώπου, η ανάγκη δηλαδή της μητέρας να δημιουργήσει είναι ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία αυτής της μορφής αγάπης μια και προϋποθέτει μια σταθερή πορεία, ανοχή και βοήθεια της μητέρας προς το παιδί, ώστε βαθμιαία να μεγαλώσει, να την αποχωρισθεί ως ανάγκη του και να γίνει μια αυτοτελής προσωπικότητα. Στην αγάπη αυτή οι δύο άνθρωποι που ήσαν ένα αποχωρίζονται σε δύο πρόσωπα, αντίθετα με την ερωτική αγάπη όπου οι δύο γίνονται ένα και την πατρική και αδελφική όπου οι δύο μένουν δύο. Είναι εύλογο λοιπόν γιατί η μητρική αγάπη δεν είναι αποκλειστική και μπορεί να ακτινοβοληθεί σε όλα τα παιδιά της μητέρας, ενώ η ερωτική αγάπη είναι αποκλειστική.

Πατρική Αγάπη

Η πατρική αγάπη ή καλύτερα η αγάπη της πατρικής φιγούρας διαφέρει κατά πολύ από εκείνη της μητρικής φιγούρας. Χαρακτηρίζεται ως αγάπη με όρους που θέτει ο πατέρας του τύπου “σ’ αγαπώ γιατί εκπληρώνεις τις προσδοκίες μου, γιατί κάνεις το καθήκον σου, γιατί μου μοιάζεις”. Η υπακοή είναι κύρια αρετή που επιβραβεύεται και η ανυπακοή κύρια αμαρτία που τιμωρείται με την στέρηση μέρους ή όλης της πατρικής αγάπης.


Είναι και αυτή αγάπη ανισοτιμίας, δεδομένου ότι ο πατέρας καθορίζει τους όρους. Ωστόσο είναι μια αγάπη που το παιδί μπορεί να την ελέγξει κάνοντας πράγματα σύμφωνα με τα πρέπει του πατέρα, οπότε και την κερδίζει. Από την άλλη πλευρά υπάρχει η αρνητική όψη και ο κίνδυνος να χαθεί τελικά η πατρική αγάπη για το παιδί, όταν αυτό δεν εκπληρώσει ότι προσδοκά ο πατέρας. Αυτό έχει ως συνέπεια μειωμένου βαθμού πατρικές ταυτίσεις με αποτέλεσμα τη δυσκολία προσαρμογής στην κοινωνία, μια και ο πατέρας αντιπροσωπεύει τη σκέψη, τα ανθρώπινα δημιουργήματα, το νόμο, την τάξη, την πειθαρχία, το παιχνίδι και την περιπέτεια.


Στην αγάπη αυτή οι δύο άνθρωποι μένουν δύο πρόσωπα και, όπως στην περίπτωση της μητρικής, διαπιστώνουμε ότι δεν είναι αποκλειστική, άρα μπορεί να παρασχεθεί σε όλα τα παιδιά της οικογένειας.

Αδελφική Αγάπη

Αυτή η μορφή αγάπης είναι το βασικότερο είδος αγάπης επειδή ξεδιπλώνεται μεταξύ εκείνων που δεν έχουν ή δεν υπηρετούν κάποιο σκοπό. Εμπεριέχει αίσθηση ευθύνης, φροντίδα, σεβασμό, γνώση για την άλλη ισότιμη ύπαρξη και επιθυμία για την ανάπτυξη της ζωής της.


Προϋποθέτει :

α) Το ξεπέρασμα της κάθε είδους διαφοράς του ενός προς τον άλλον, δηλ. της περιφερειακής ιδιοτυπίας του καθενός, όπου αντανακλάται η αδελφική ανταγωνιστικότητα και εμφανίζονται ζήλεια, μίσος, απληστία και φθόνος προς τον ισότιμο, και

β) Την επικέντρωση εκατέρωθεν στην εμπειρία πως όλοι είμαστε ένα και ισότιμοι, άσχετα αν κάποια στιγμή δεν είμαστε “ίσοι” π.χ. κάποιος αδύναμος ή ξένος ή φτωχός. Είναι μια αγάπη με όρους και από τις δύο πλευρές, που μπορεί να ελεγχθεί και από τους δύο, που δεν είναι αποκλειστική και που οι δύο μένουν δύο.

Ερωτική Αγάπη

Αντίθετα με τις προηγούμενες, η ερωτική ή σεξουαλική αγάπη είναι αποκλειστική. Ίσως μάλιστα να είναι η πιο απατηλή μορφή αγάπης που υπάρχει. Η αποκλειστικότητα αυτή πρέπει να διαχωρισθεί από την κτητική προσκόλληση των δύο, οι οποίοι δεν νιώθουν αγάπη για κανέναν άλλον και στην πραγματικότητα η αγάπη τους είναι “εγωισμός εις διπλούν”. Είναι αποκλειστική στο αγαπημένο πρόσωπο αλλά αναφέρεται σε όλο το ανθρώπινο γένος, σε κάθε τι ζωντανό. Είναι αποκλειστική μόνο με την έννοια ότι “μπορώ να συνενώσω έντονα και ολοκληρωτικά τον εαυτό μου μ’ ένα μόνο πρόσωπο”.

Προϋποτίθεται ότι “αγαπώ μέσα από τη σύνολη ύπαρξή μου και νιώθω τον άλλο μέσα στη δική του σύνολη ύπαρξη”. Εδώ δύο ξένοι γίνονται ένα. Είναι αγάπη ισοτιμίας, η οποία μπορεί να ελεγχθεί και από τους δύο, μια και τίθενται οι όροι και από τους δύο. Δεν μπορεί να συσχετισθεί αυτή η αγάπη με την κτητικότητα και την οικειότητα ως προς τον σύντροφο όπως συνήθως λέγεται.

Αντίθετα χαρακτηρίζεται από :
α. βαθειά γνώση προς το σύντροφο,
β. αίσθηση της απεραντοσύνης της προσωπικότητάς του,
γ. βαθύ συναίσθημα πάθους με τα επί μέρους “χρώματά” του,
δ. καθημερινή υπερνίκηση των φραγμών και ορίων των δύο, και
ε. απαιτεί κρίση, θέληση, απόφαση, υπόσχεση και κυρίως διάρκεια ως προς τη σχέση.

“Η αγάπη είναι ένα σημείο περάσματος μεταξύ επιθυμίας και πραγματικότητας. Η αγάπη αποκαλύπτει την πραγματικότητα για επιθυμία και δημιουργεί τη μετάβαση από τον ερωτικό σύντροφο στο αγαπημένο πρόσωπο. Αυτή η αποκάλυψη είναι σχεδόν πάντοτε επώδυνη επειδή η ύπαρξη του άλλου προσώπου εμφανίζεται ταυτόχρονα ως ένα σώμα που διαπερνάται και μια συνείδηση που δεν διαπερνάται. Η αγάπη είναι η αποκάλυψη της ελευθερίας του άλλου προσώπου”
(Octavio Paz)


Η ανάρτηση αυτή φιλοξενεί μέρος της ομιλίας με θέμα «Σεξ στο παντρεμένο ζευγάρι» του Κου Μενούτη Βασίλη, Ψυχιάτρου, Ομαδικού Αναλυτή, Καθηγητή Κοινωνικής Ψυχολογίας και Διευθυντή της Ελληνικής Εταιρείας Ομαδικής Ανάλυσης και Ψυχοθεραπείας (HAGAP) στο Διήμερο Συμπόσιο της Ελληνικής Σεξολογικής Εταιρείας «Σύγχρονα Θέματα Σεξολογίας».

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2009

Σάββατο, 11 Απριλίου 2009

ΦΥΛΑΚΕΣ ΣΤΗΝ ΟΡΕΣΤΙΑΔΑ

Την Πέμπτη 9 Απριλίου 2009 πραγματοποιήθηκε στο Πολιτιστικό Πολύκεντρο του Δήμου Ορεστιάδας, Ανοικτή Ενημερωτική Συνάντηση για το αίτημα ίδρυσης φυλακών στην Ορεστιάδα. Καλεσμένοι ήταν ο Δήμαρχος Κομοτηνής κ. Κοτσάκης και ο Αρχιφύλακας των Φυλακών κ. Παπαδόπουλος που μαζί με το Δήμαρχο Ορεστιάδας αποτελούσαν το πάνελ.

Από την Πέμπτη που πραγματοποιήθηκε η συνάντηση, και παρευρέθηκα σε αυτή μέχρι το τέλος της, έως και σήμερα, στέκομαι σε δύο πλευρές προσπαθώντας να απομακρυνθώ λίγο από το θέμα : «ναι ή όχι στην ίδρυση φυλακών στην Ορεστιάδα». Προσπαθώ να δω συνολικά το χαρακτήρα της συνάντησης και να διακρίνω τι είναι αυτό που μπορεί να οδηγεί κάποιους να υποστηρίζουν θετικά και κάποιους αρνητικά την ίδρυση των φυλακών.

Πιστεύω ότι η συνάντηση της Πέμπτης ήταν πολύ σημαντική. Πιστεύω ότι για τους ανθρώπους που παρακολουθούν τις τάσεις και τις αντιδράσεις του κοινωνικού συνόλου της πόλης και τους ενδιαφέρει να γνωρίζουν το δυναμικό και τον παλμό της, η συνάντηση αυτή έδινε πολλά στοιχεία.

Ήταν μια συνάντηση που η σύγκρουση και οι διαφωνίες κυριαρχούσαν και αυτό μόνο θετικό μπορεί να είναι, γιατί μέσα από μια τέτοια διαδικασία ο καθένας από τους συμμετέχοντες βρίσκεται συνεχώς σε διαθεσιμότητα, τόσο απέναντι στις δικές του απόψεις, που ανά πάσα στιγμή μπορεί να τις τροποποιήσει, να τις ενισχύσει ή να ξαναπροβληματιστεί γι’ αυτές, όσο και απέναντι σε νέα δεδομένα, ερεθίσματα και στοιχεία. Οι άνθρωποι που μπαίνουν στη διαδικασία του διαλόγου και της αντιπαράθεσης, στα πλαίσια μιας διαλεκτικής που εξελίσσεται και δεν μένει παγιωμένη σε απλές απόψεις και τοποθετήσεις, μπορεί να προσφέρει μια εξελικτική πορεία στο θέμα το οποίο συζητείται. Και μιλάμε για πορεία και όχι απόφαση, για διάλογο και όχι τοποθετήσεις! Η αλήθεια είναι ότι οι παρευρισκόμενοι που ξεκίνησαν με τις τοποθετήσεις τους ήρθανε περισσότερο αποφασισμένοι παρά διαθέσιμοι, οι περισσότεροι όμως από αυτούς απέδειξαν με την παρουσία τους εκεί και την διάθεσή τους να συζητήσουν και να επανατοποθετηθούν ότι μπορούν να είναι και διαθέσιμοι ανάλογα με αυτό που συμβαίνει, διαθέτοντας μια άποψη που ρέει και δεν είναι καθηλωμένη και αμετακίνητη.

Η παρουσία και άποψη των καλεσμένων του πάνελ, προσωπικά πιστεύω ότι αποτέλεσε μόνο την αφορμή για μια συνάντηση που ο κόσμος είχε ανάγκη για να εκφραστεί πάνω σε αυτό το θέμα, που όπως φαίνεται ανακινεί πολλές διαθέσεις. Ο διάλογος που ακολούθησε αφορούσε πολύ περισσότερο τους κατοίκους της πόλης και τη Δημοτική Αρχή, παρά τους καλεσμένους, που απλά μετέφεραν την άποψή τους χωρίς να σηματοδοτούν σημεία προς επεξεργασία, παρά μόνο εντυπώσεις. Εκτός αυτού η μονόπλευρα θετική τοποθέτησή τους απέναντι στο θέμα προκάλεσε την αμφισβήτηση των πολιτών και έφερε και τους ίδιους σε θέση άμυνας με μια «ευθαρσώς» εκφραζόμενη άποψη την οποία δεν υπήρχε λόγος να υιοθετούν και να επαναλαμβάνουν. Όσο και κάποιος να τάσσεται υπέρ κάποιου θέματος δεν μπορεί να μην έχει εντοπίσει ούτε ένα αρνητικό σε αυτό, ακόμη και αν το αρνητικό υποβαθμίζεται και δεν υπολογίζεται τόσο όσο τα θετικά. Πως μπορεί να είναι κάποιος αξιόπιστος όταν διακρίνεται ότι ή δεν θέλει να μοιραστεί όλες τις πλευρές ενός θέματος (που υποτίθεται έρχεται γιατί το γνωρίζει και το ζει) ή έχει συγκεκριμένο σκοπό η τοποθέτησή του. Προφανώς λοιπόν οι καλεσμένοι διακατέχονταν από μια αγωνία να πείσουν παρά από την απλή συμμετοχή τους σε κάτι που αφορά την πόλη μας, όσο και αν λεκτικά προσπαθούσαν να αποδείξουν το αντίθετο. Με βάση αυτές τις παραμέτρους νομίζω τελικά ότι η παρουσία των καλεσμένων πιθανόν να μην άφησε καλές εντυπώσεις, ακόμα και σε αυτούς που τάχτηκαν υπέρ της ίδρυσης των φυλακών. Κατά τη γνώμη μου η παρουσία τους και η άποψή τους θα είχαν συμβάλει θετικότερα σε όλη τη διαδικασία αν ερχόταν απλά εδώ για να μπουν σε μια συμμετοχική και συλλογική συζήτηση, πράγμα που δυστυχώς δεν έγινε ευδιάκριτο.

Προσωπικά ένιωσα πολύ ευχαριστημένη από την εικόνα που έδωσαν συνολικά όλοι οι παρευρισκόμενοι και σε καμιά περίπτωση δε θα σκεφτόμουν να μετατραπώ σε «ιδεολογικός μετανάστης»! Το ότι δεν ήμασταν εκεί για να γλύψουμε ο ένας τον άλλο και όλοι μαζί τους καλεσμένους και το Δήμαρχο (θα μπορούσαμε πολύ εύκολα να το κάνουμε) και να συμφωνούμε μεταξύ μας δίνοντας την εικόνα μιας "αξιοπρεπούς πόλης", το ότι ήμασταν ευγενικοί και καθόλου επιθετικοί με τους καλεσμένους, ενώ εκείνη ένιωθαν σε άμυνα έχοντας μια παθητική επιθετικότητα απέναντί μας, διότι ήταν διακριτός ο σκοπός τους να μας πείσουν για κάτι, το ότι με επιχειρήματα ο καθένας υποστήριξε τις απόψεις του, διαφώνησε και επέτρεπε και τους συνομιλητές του να κάνουν το ίδιο, ότι οι παρευρισκόμενοι δεν δίστασαν ακόμα και σε αντίθεση με το επάγγελμα ή τις ιδιότητές τους να εκφέρουν άποψη που μπορεί να ήταν αντίθετη με ανθρώπους του ίδιου κλάδου ή ιδιότητας, όλα αυτά προσωπικά για μένα σημαίνουν ότι η κοινωνία μας έχει μια δυναμική, μια απλότητα και μια διάθεση να ασχοληθεί με τα προβλήματα και τα θέματα του τόπου ουσιαστικά και να μπει ενεργά σε όλες τις διαδικασίες χωρίς να την απασχολούν κανόνες ψευδό-αξιοπρέπειας και αν έχει στο τσεπάκι της τη λύση! Και αυτό το θεωρώ εξαιρετικά υγιές και είναι σημαντικό αυτό να το εντοπίσουν, να το πιάσουν και να το μιμηθούν και όλοι όσοι καλούνται να εκπροσωπήσουν αυτή την κοινωνία για να μην βρεθούν κατώτεροι των δυνατοτήτων της.

Όσο για το γιατί μπορεί κάποιος να είναι υπέρ ή κατά, η αλήθεια είναι ότι βρίσκομαι κι εγώ ακόμα σε διαδικασία αναζήτησης. Αυτό όμως που ήταν σαφές από όλες τις πλευρές είναι ότι ένα ερώτημα που καλείται ο καθένας να απαντήσει, έτσι ώστε να παίξει ρόλο στην τάση του, είναι τι θεωρεί ανάπτυξη για τον Δήμο μας. Νομίζω ότι εκεί λανθανόντος τοποθετήθηκε και το θέμα τον φυλακών και δίχασε την κοινωνία μας! Η ίδρυση των φυλακών από την πρώτη στιγμή τέθηκε σαν ζήτημα ανάπτυξης του Δήμου και της περιοχή μας και αυτό ήταν ένα μειονέκτημα συνολικά. Γιατί αυτοί που θεωρούν ότι ο Δήμος μας δεν έχει κάνει έναν σαφή κύκλο ανάπτυξης στα λίγα χρόνια από τη δημιουργία του και του αξίζουν εξελικτικά πιο δυναμικά, παραγωγικά και προς όφελος και χρήση των δημοτών αναπτυξιακά βήματα μέχρι να φθάσει στο σημείο να δεχθεί στους κόλπους του μια φυλακή, τάσσονται κατά, και αυτοί που θα θέλανε ο Δήμος να φθάσει στην ανάπτυξή του με άλματα μέσω ευκαιριών και όχι με βήματα βάση προτεραιοτήτων τάσσονται με κάθε τρόπο υπέρ. Καμιά από τις δύο απόψεις δεν είναι λάθος. Είναι κατά τη γνώμη μου οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Θέλουμε όλοι την εξέλιξη της πόλης μας, θέλουμε όλοι να προκύπτουν ευκαιρίες για να τις εκμεταλλευτούμε, θέλουμε όλοι να συμβάλουμε σ' αυτό και να το αγκαλιάσουμε, θέλουμε όλοι, αν μπορούμε, να καταθέσουμε και τις προσωπικές μας προσπάθειες αρκεί να πειστούμε ότι η πόλη μας δεν συμβιβάζετε, αλλά διεκδικεί. Ότι αυτό που προκύπτει το επιλέγουμε και δεν μας πασάρεται σαν η καλύτερη ευκαιρία. Αυτό θέλουμε ….

Τότε πιστεύω ότι ακόμα και το θέμα των φυλακών θα μπει σε άλλο επίπεδο, θα υπάρχει σε ένα πλαίσιο και θα κατέχει τη θέση του. Οι διεκδικήσεις, οι αγώνες και οι προτεραιότητες θα μας δώσουν τη δυνατότητα να βάλουμε μια τάξη στην αναστάτωση που προκαλείται από τις επιλογές/ή που μας προσφέρονται κάθε φορά και αναρωτιόμαστε αν πρέπει να σπεύσουμε με βιασύνη και χωρίς σύνεση να αρπάξουμε, ο διάλογος να είναι δημιουργικός και όχι κατευθυντικός και οι προτάσεις και οι επιλογές να προκύπτουν και να μην (προ)αποφασίζονται.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

ΠΕΤΡΩΤΑ Ν. ΕΒΡΟΥ - ΜΙΑ ΔΙΑΔΡΟΜΗ .....

Κυριακή 5 Απριλίου 2009.
Με μια τέτοια ηλιόλουστη ημέρα είναι δύσκολο να μείνεις στο σπίτι ακόμα και αν η επιθυμία για ξεκούραση και χαλάρωση κάνει αισθητή την παρουσία της ανάμεσα σε σκέψεις και πράξεις.

Επέλεξα να κάνω μια διαδρομή προς τα Βόρεια του Νομού …. πιο Βόρεια!
Ξεκινώντας από την Ορεστιάδα και ακολουθώντας τον κάθετο άξονα της Εγνατίας προς Ορμένιο πρώτη στάση ήταν η γέφυρα του Άρδα, μετά τον κόμβο προς Καστανιές. Νομίζω πως κάθε φορά που σταματώ και περπατάω κατά μήκος της γέφυρας και παρατηρώ το ποτάμι είναι σαν να βλέπω και μια άλλη όψη του από τις ατέλειωτες που μπορεί να πάρει. Οι αμμουδιές και τα δέντρα μέσα στο νερό, οι σχηματισμοί της άμμου στο βυθό, οι αντανακλάσεις του ήλιου, η ροή του νερού και οι κυματισμοί.
















Συνεχίζοντας το δρόμο έστριψα στο κόμβο προς Μαράσια. Από εκεί προς Άρζο, Καναδά, Πλάτη. Μετά τη στροφή προς τα Δυτικά και με κατεύθυνση προς τα χωριά το σκηνικό αλλάζει τόσο σε εικόνες όσο και σε αίσθηση. Θαρρείς και αφήνοντας πίσω το δρόμο μεγάλης κυκλοφορίας και περνώντας από κάτω είναι σαν να περνάς σε μια άλλη πλευρά του χώρου και του χρόνου που κυλάει παράλληλα με μια καθημερινότητα που τρέχει γύρω μας!


Είναι σαν κάτι από παλιά, κάτι αυθεντικό! Κάτι που αναδύεται μέσα από τη νοσταλγία και την αναπόληση.
Όλα τα χωριά αναπαύονται μέσα στο πράσινο του Απρίλη που απλώθηκε στα χωράφια και ξεμυτίζει στα δέντρα. Οι αγροτικές δουλειές άρχισαν, οι δρόμοι γέμισαν τρακτέρ, λάσπες, αγροτικά μηχανήματα. Όσο απομακρύνομαι τόσο η αίσθηση γαληνεύει, ηρεμεί. Η απλότητα του τοπίου, των χρωμάτων, των ήχων σχεδόν με ξαφνιάζει.

Ανεβαίνοντας προς τον Πεντάλοφο το τοπίο από ψηλά είναι μαγευτικά πρωτότυπο για μας που μερικά χιλιόμετρα πιο χαμηλά έχουμε συνηθίσει τον κάμπο. Τα αμπέλια, οι λόφοι, οι φιδωτοί δρόμοι σε οδηγούν στο μεγάλο χωριό. Αυτή τη φορά δε θα μείνω ….. ίσως την επόμενη.














Επόμενο χωριό και προορισμός της διαδρομής μου τα Πετρωτά.
Το κέντρο του χωριού μια δημοσιά. Όμορφα απλωμένα τα δρομάκια προβάλλουν ολόγυρα. Αναρωτιέμαι προς ποια κατεύθυνση να πάω ….

Επιλέγω το δρόμο που μακριά και ψηλά φαίνεται να συναντά την εκκλησία. Είναι και η πιο πυκνοκατοικημένη πλευρά του χωριού νομίζω. Ανεβαίνω με τα πόδια προς τη Νότια πλευρά και από την πρώτη στιγμή νιώθω πως η βόλτα μου στα Πετρωτά θα’ ναι κάτι ιδιαίτερο σήμερα!

Ανηφορίζοντας τον ασφαλτοστρωμένο δρόμο γύρω μου τα περισσότερα σπίτια είναι με τα παραθυρόφυλλα σφαλιστά. Κλειστές οι αυλόπορτες. Μια θλίψη αναδύεται. Τόσα σπίτια ….. μα κανείς μέσα! Περπατώντας στα δρομάκια του χωριού σε κάθε γωνιά συναντάς τη σιωπή, την ηρεμία. Χωμάτινες αυλές. Άλλες καταπράσινες και οι περισσότερες χορταριασμένες. Μερικές περιποιημένες με την καθαριότητα του ενός Σαββατοκύριακου το μήνα. Τα αυτοκίνητα που κινούνται κάπου – κάπου στο δρόμο με πινακίδες ξένες τα περισσότερα. Γέροντες, μεσήλικοι, μόνοι ή ζευγάρια ασχολούνται με τους κήπους. Μαγαζιά, που μαρτυρούν την παρελθούσα ζωή του χωριού, κλειστά. Ψησταριές, μπακάλικο, κρεοπωλείο, καφέ με τις κουρτίνες τραβηγμένες, τα παράθυρα σκονισμένα, άλλα σπασμένα και μόνο οι επιγραφές έμειναν να θυμίζουν …

Πανέμορφα τα παλιά σπίτια έστω και ερειπωμένα. Μισογκρεμισμένα τα περισσότερα αλλά υπέροχα. Διώροφα με πέτρινο ισόγειο και ξύλινα μπαλκόνια. Μερικά πέτρινα με εξαιρετική αρχιτεκτονική. Ανάμεσα από τα σπασμένα τζάμια και τις πεσμένες στέγες περνάει το φως του ήλιου και φωτίζει με αντανακλάσεις το εσωτερικό τους. Αγέλες σκύλων περιτριγυρίζουν τα διάσπαρτα στο χωριό πηγάδια. Γάτες κάθονται στα παράθυρα και στους φράχτες. Είδη καθημερινής χρήσης αφημένα, ξεχασμένα σαν από χθες, στις αυλές, στα μπαλκόνια.

Επιστρέφοντας στο κέντρο του χωριού περνάω μπρος από την εκκλησία των Ταξιαρχών. Η εκκλησία όπως και το επιβλητικό κτίριο του Δημοτικού σχολείου φαντάζουν τεράστια μπροστά στο λιγοστό πληθυσμό του χωριού.
Στο κέντρο ένα γύρω οι εικόνες διαδέχονται η μία την άλλη. Ο λιθοξόος, γλυπτό προς τιμήν των τεχνιτών της πέτρας του χωριού, η βρύση που βρίσκεται μερικά σκαλάκια χαμηλότερα, το ρολόι, το κέντρο υποστήριξης ηλικιωμένων και οικογένειας, το καφενείο που μαζεύει μερικούς αγρότες και κατοίκους του χωριού και περαστικούς για καφέ και ουζάκι.


Κάθομαι πίνοντας ….. το ουζάκι. Παρατηρώ και επαναφέρω τις εικόνες, τις αισθήσεις, τους ήχους. Σκέφτομαι πως θα μπορούσε αυτόν τον τόπο να τον περπατήσουμε οι περισσότεροι από μας. Πως θα γινόταν αυτά τα μοναδικά συναισθήματα να τα νιώσουν οι περισσότεροι από εμάς που κατοικούμε εδώ δίπλα.
Είναι τόσο σκληρό να ανατρέχουμε σε λύσεις και προβληματισμούς πως θα «σωθούν» αυτά τα χωριά, πως θα τα «εκμεταλλευτούμε» τουριστικά. Και μου φαίνονται τόσο επιθετικές αυτές οι σκέψεις.
Νιώθω ότι αν θέλουμε να δημιουργήσουμε στον τόπο μας, αν θέλουμε να προσφέρουμε σ’ αυτόν τότε ίσως να κάναμε ένα βήμα να τον γνωρίσουμε βαθιά και όχι επιφανειακά. Να ακολουθήσουμε τα δικά του χνάρια πίσω στο χρόνο και όχι τις δικές μας επιθυμίες προς το μέλλον. Να τον αφουγκραστούμε στη μοναξιά και την ησυχία του. Ίσως σ’ εκείνες τις ώρες που οι καθημερινοί ρυθμοί κοιμούνται και απομένει μόνο ο χτύπος της πόλης που βγαίνει από τη στιγμή της δημιουργίας της και φθάνει μέχρι σήμερα. Ίσως εκείνες τις ώρες τις μεσημεριανής σιέστας, καλοκαίρι, ή πρωί, με την ανατολή του ήλιου, να περπατήσουμε σε στενοσόκακα και δρομάκια, παράπλευρους δρόμους που ακόμα διατηρούν το χρώμα ενός άλλου καιρού σε ένα σπίτι μονώροφο, σε μια αυλή, σε ένα πλινθόκτιστο ή σ’ ένα μισογκρεμισμένο.
Νιώθω ότι έχουμε ανάγκη να συντονιστούμε με τον παλμό του τόπου μας, να συνδεθούμε με την παράδοσή του που τον ακολουθεί και αποτελεί τη βάση της εξελικτικής του πορείας στο χρόνο.

Κάτι τέτοιες στιγμές φαίνονται τόσο λίγες οι λίστες έργων και οι προγραμματισμοί τετραετιών. Χρειαζόμαστε αυτή τη σιωπή των Πετρωτών, την ηρεμία και την ησυχία των συνειδήσεων μας. Χρειαζόμαστε να ακολουθήσουμε τα ίχνη εκείνα που από μόνα τους θα μας οδηγήσουν στην απλότητα και την πραγματική δύναμη των επόμενων κινήσεων. Έχουμε ανάγκη να ανακαλέσουμε μέσα μας την εσωτερική δύναμη να επιλέγουμε την απλότητα και τη σιωπή από την βιασύνη και τον ξερολισμό.

Τα χωριά μας και οι πόλεις μας, οι τόποι που ζούμε και αγαπάμε αυτό που έχουν ανάγκη είναι πρώτα η φροντίδα και η προσοχή, η αγάπη για τον ψίθυρό τους εκείνο που δεν μάθαμε να ακούμε, αλλά να αντικαθιστούμε με τις σκέψεις και τις επιθυμίες μας. Έχουν ανάγκη πρώτα να σταθούν στο χρόνο φέροντας το δικό τους ίχνος στην ιστορία, στις ζωές όσων έζησαν και συνεχίζουν να ζουν στους κόλπους τους, προσφέροντας έτσι το ρεύμα εκείνο που διαχειρίζοντάς το με ευαισθησία και δημιουργικότητα θα φέρει την ανάπτυξη και την εξέλιξη.


Φεύγοντας από το χωριό κάνω μια τελευταία βόλτα με το αυτοκίνητο ανεβαίνοντας στον «Ανεμόμυλο». Ένας χώρος αναψυχής με υπέροχη θέα και ιδιαίτερα φροντισμένος και καθαρός. Πριν αναχωρήσω πέρασα και από το σημαντικό απόκτημα των Πετρωτών, τον ανακαινισμένο «Μύλο» που έχει δώσει σημαντικά στοιχεία ανάπτυξης της πορείας του Δήμου Τριγώνου καταλαμβάνοντας τη θέση ενός από τα πιο ενδιαφέροντα συνεδριακά κέντρα του Έβρου. Ένα ενδιαφέρον κτίριο που συνδυάζει το παραδοσιακό με το νέο.


Τα Πετρωτά είναι ένας τόπος που αξίζει να μείνει ζωντανός γιατί φέρει όλα εκείνα τα στοιχεία που η ιστορία και ο πολιτισμός επέλεξαν για να αφήσουν ανεξίτηλα τα ίχνη τους στο πέρασμα του χρόνου.
Φωτογραφίες : alkioni




Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Αρκετά καλή μητέρα (β')

… Λίγο μετά τη σύλληψη, ή όταν η σύλληψη θεωρείται πιθανή, η γυναίκα αρχίζει να αλλάζει τον προσανατολισμό της και να ενδιαφέρεται για τις αλλαγές που λαμβάνουν χώρα εντός της. Ενθαρρύνεται ποικιλοτρόπως από το ίδιο της το σώμα να ενδιαφερθεί για τον εαυτό της. Η μητέρα μετατοπίζει μέρος της αίσθησης του εαυτού της στο μωρό που μεγαλώνει μέσα της.

Γενικά οι μητέρες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ταυτίζονται με το μωρό που μεγαλώνει μέσα τους και έτσι καταφέρνουν να έχουν μια πολύ ισχυρή αίσθηση του τι έχει ανάγκη. Η ταύτιση αυτή με το μωρό διαρκεί ορισμένο χρονικό διάστημα μετά τον τοκετό και στη συνέχεια χάνει βαθμιαία τη σημασία της.

Η μητέρα, που δεν είναι η ίδια παραμορφωμένη σ’ αυτά τα ζητήματα, είναι έτοιμη να εγκαταλείψει την ταύτισή της με το βρέφος, όταν το τελευταίο χρειάζεται να διαφοροποιηθεί από αυτήν. Είναι πιθανόν να εξασφαλίζει αρχικά μια καλή φροντίδα, αλλά να αποτυγχάνει στην ολοκλήρωση της διαδικασίας λόγω της αδυναμίας της να την αφήσει να τελειώσει. Έτσι έχει την τάση να παραμένει συγχωνευμένη με το βρέφος της να καθυστερεί τη διαφοροποίησή του από εκείνη.

Με «τη φροντίδα που δέχεται από τη μητέρα του» κάθε βρέφος είναι σε θέση να έχει μια προσωπική ύπαρξη και έτσι αρχίζει να οικοδομεί ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί ‘συνέχεια του είναι’.
Στη βάση αυτής της συνέχειας του είναι, το κληρονομημένο δυναμικό αναπτύσσεται βαθμιαία σε ξεχωριστό βρέφος. Αν η μητρική φροντίδα δεν είναι αρκετά καλή, τότε το βρέφος δεν καταφέρνει να υπάρχει πραγματικά, αφού δεν υπάρχει η συνέχεια του είναι. Αντί γι’ αυτό, η προσωπικότητα οικοδομείται στη βάση αντιδράσεων στον περιβαλλοντικό σφετερισμό.

Όταν συγκεντρωνόμαστε ή είμαστε απορροφημένοι, μπορεί να μας πουν ότι αποσυρόμαστε, ότι γινόμαστε κακόκεφοι, αντικοινωνικοί ή απλώς ευερέθιστοι, ανάλογα με τον τύπο μας. Αυτό είναι ίσως μια χλωμή αντανάκλαση του τι συμβαίνει στις μητέρες, εφόσον είναι αρκετά καλές (όπως είναι οι περισσότερες) για να παραδοθούν στη μητρότητα. Ταυτίζονται όλο και περισσότερο με το μωρό, κι αυτό διατηρείται και όταν γεννιέται το μωρό, για να χαθεί βαθμιαία μέσα σε λίγους μήνες μετά τη γέννησή του. Γνωρίζουν λίγο – πολύ τι χρειάζεται το μωρό εξαιτίας αυτής της ταύτισης μαζί του.
Η αναφορά είναι για ζωτικά πράγματα, όπως το να το κρατήσουν, να το γυρίσουν, να το αποθέσουν ή να το πάρουν, να το χειριστούν με δεξιότητα και φυσικά να το ταΐσουν με ευαίσθητο τρόπο, που συνεπάγεται κάτι περισσότερο από την ικανοποίηση του ενστίκτου. Όλα αυτά διευκολύνουν στα πρώιμα στάδια τις απαρτιωτικές τάσεις του βρέφους και την απαρχή της δόμησης του εγώ. Μπορεί κανείς να πει ότι η μητέρα μετατρέπει το αδύναμο εγώ του βρέφους σε ισχυρό επειδή βρίσκεται εκεί, ενισχύοντας καθετί, σαν την οδήγηση λεωφορείου με βοηθητικό τιμόνι.

Το τυπικό είναι να μπορούμε ανά πάσα στιγμή να εξασφαλίσουμε στο παιδί ό,τι χρειάζεται με κάποιο βαθμό ικανότητας για ταύτιση. Μόνο εμείς γνωρίζουμε πως υπάρχει κάτι που μπορεί να ανταποκριθεί σ’ αυτές τις ανάγκες. Αυτό είναι το ίδιο με την προσφορά από τη μητέρα στο βρέφος ενός μαστού και, αργότερα, με την παρουσίαση σκληρών αντικειμένων και καρπών της γης και του πατέρα. Δεν δημιουργεί η μητέρα τις ανάγκες του βρέφους, αλλά ανταποκρίνεται σ’ αυτές την κατάλληλη στιγμή.

Επιπλέον, η μητέρα γνωρίζει ότι πρέπει να παραμείνει ζωντανή και να επιτρέψει στο παιδί να νιώσει και να ακούσει τη ζωντάνια της. Γνωρίζει ότι πρέπει να αναβάλει τις δικές της ορμές έως τη στιγμή που το παιδί θα είναι ικανό να χρησιμοποιήσει θετικά την ξεχωριστή της ύπαρξη. Γνωρίζει ότι δεν πρέπει να αφήσει το παιδί της για διάστημα (λεπτά, ώρες ή μέρες) μεγαλύτερο από αυτό κατά το οποίο το παιδί είναι ικανό να διατηρήσει ζωντανή και φιλική την ιδέα του για εκείνη. Αν χρειάζεται να απουσιάσει για πολύ, γνωρίζει ότι για ένα διάστημα θα πρέπει να «παραχαϊδέψει» το παιδί της για να το επαναφέρει σε μια κατάσταση στην οποία εκείνο θα θεωρεί πάλι τη μητέρα δεδομένη.

Για να επιτελέσει καλά το έργο της, η μητέρα χρειάζεται εξωτερική υποστήριξη. Συνήθως ο σύζυγος της προστατεύει από την εξωτερική πραγματικότητα και έτσι της παρέχει τη δυνατότητα να προστατεύει το παιδί της από απρόβλεπτα εξωτερικά φαινόμενα, στα οποία το παιδί πρέπει να αντιδράσει. Κάθε αντίδραση σε ένα σφετερισμό διαρρηγνύει τη συνέχεια της προσωπικής ύπαρξης του παιδιού και αντιβαίνει στη διαδικασία απαρτίωσης.

Με άλλα λόγια, ανακαλύπτουμε ότι η μητέρα δεν χρειάζεται ένα είδος καταλόγου για τις αυριανές δουλειές. Νιώθει ότι είναι αναγκαίο εκείνη τη στιγμή.

Η παροχή φροντίδας στα παιδιά συνδέεται με ό,τι συνιστά τη φυσική γονεϊκή φροντίδα (τουλάχιστον όταν οι γονείς δεν είναι πολύ άρρωστοι για να ανταποκριθούν στο κάλεσμα της γονεϊκότητας). Τότε δεν χρειάζεται να νομίζουμε ότι είμαστε ευφυείς, ούτε καν ότι έχουμε γνώση της σύνθετης θεωρίας της συναισθηματικής ανάπτυξης του ατόμου. Χρειάζεται να γνωρίσουμε τα ίδια τα παιδιά και έτσι να νιώσουμε τις ανάγκες τους. Εδώ μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τη λέξη «αγάπη», με κίνδυνο να φανεί συναισθηματικός.

Συχνά, χωρίς να εγκαταλείψουμε την περιοχή την οποία καλύπτει η λέξη αγάπη, αντιλαμβανόμαστε ότι ένα παιδί έχει ανάγκη από σταθερή διαχείριση, έχει ανάγκη να αντιμετωπιστεί σαν το παιδί που είναι, και όχι σαν ενήλικος.

(β’ μέρος)

Η ανάρτηση αποτελείται από αποσπάσματα του βιβλίου :
«Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό περιβάλλον» του D.W. Winnicott