Πέμπτη, 18 Ιουνίου 2009

ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΠΑΙΔΙΩΝ - ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΓΟΝΙΩΝ

Τι μας λέει το παιδί :
"Ποτέ δεν θα ξαναπαίξω μαζί της"
Τι λέμε συνήθως :
"Ξέχασέ το. Ίσως ήθελε να σε πειράξει"
Τι θα μπορούσαμε να πούμε :
"Είσαι πολύ θυμωμένος μαζί της"


Τι μας λέει το παιδί :
"Δεν μπορώ να το ξανακάνω! "
Τι λέμε συνήθως :
"Έλα τώρα, μη μιλάς έτσι! Μόλις άρχισες!"
Τι θα μπορούσαμε να πούμε :
"Σου φαίνεται πολύ δύσκολο"


Τι μας λέει το παιδί :
"Θα θελα να πήγαινα κι εγώ. Πάντα αυτός πηγαίνει παντού"
Τι λέμε συνήθως :
"Το χουμε ξανασυζητήσει. Σταμάτα λοιπόν τη φασαρία"
Τι θα μπορούσαμε να πούμε :
"Σου φαίνεται άδικο"


Τι μας λέει το παιδί :
"Κοίτα την καινούρια μου κατασκευή!"
Τι λέμε συνήθως :
"Ωραία είναι …. Τώρα όμως άσε με σε παρακαλώ … "
Τι θα μπορούσαμε να πούμε :
"Βλέπω ότι είσαι ευχαριστημένος με τη δουλειά σου"


Τι μας λέει το παιδί :
"Δε θέλω σήμερα να πάω σχολείο. Ο Γιάννης είναι κακός!"
Τι λέμε συνήθως :
"Όλοι πρέπει να πηγαίνουν σχολείο. Το λέει ο νόμος"
Τι θα μπορούσαμε να πούμε :
"Φοβάσαι ότι ο Γιάννης θα σου ριχτεί;"


Τι μας λέει το παιδί :
"Είσαι η χειρότερη μάνα σε όλο τον κόσμο"
Τι λέμε συνήθως :
"Μη μου ξαναμιλήσεις π ο τ έ μ' αυτόν τον τρόπο!"
Τι θα μπορούσαμε να πούμε :
"Είσαι πολύ θυμωμένος μαζί μου"




Αυτός ο "πίνακας" είναι μια ενδιαφέρουσα πρόταση από το Κέντρο Πρόληψης & Ενημέρωσης Νομού Έβρου. Έπεσε τυχαία στα χέρια μου και μου προκάλεσε πολλές σκέψεις και δημιουργικούς προβληματισμούς. Αυτό που διαπραγματεύεται κυρίως, και πιστεύω ότι είναι σημαντικό για όλους εμάς που είμαστε γονείς, είναι να μπούμε σε ένα τρόπο σκέψης διαφορετικό και λιγότερο άμεσο. Να παρατηρούμε τη συμπεριφορά των παιδιών και να αμφιταλαντευόμαστε για το τι άραγε θέλουν να μας πουν με τον τρόπο που επιλέγουν να αντιδράσουν.

Το βέβαιο είναι ότι δεν είναι δημιουργικό και εξελικτικό για το παιδί να πάρει πίσω μια αντίδραση ισάξια με τη δική του! Αυτό το καθηλώνει σε μπλοκαρισμένα συναισθήματα μέσα του. Μια αντίδραση του γονέα με τον ίδιο τρόπο θα του επέστρεφε τα ίδια συναισθήματα για να τα επανενδοβάλει μέσα του με αποτέλεσμα να παραμείνει καθηλωμένο και εγκλωβισμένο χωρίς δυνατότητα σύνθεσης. Αυτό είναι κάτι που μπορούμε να εφαρμόσουμε εύκολα όταν δεν έχουμε υπό έλεγχο πρώτα τα δικά μας συναισθήματα; Τι επιθυμούμε όμως για τα παιδιά μας; Τι συνέπειες μπορεί να έχει η συμπεριφορά μας;

Αυτό επίσης που με προβλημάτισε είναι ….. «Ένας πίνακας συμπεριφοράς; Δηλαδή αν την επόμενη φορά πω αυτά αντί για τα άλλα …. Θα πετύχω κάτι;» Αυτό που σκέφτομαι είναι ότι η κουβέντα θα έχει μια εξέλιξη, το παιδί δε θα παραμείνει σε μια αντίδραση που εμείς με τον νέο τρόπο συμπεριφοράς θα το αποστομώσουμε και θα το οδηγήσουμε με μια κίνηση ματ στην εξέλιξη! Οπότε τι χρησιμότητα και τι χρήση μπορεί να έχει ένας τέτοιος «πίνακας συμπεριφοράς» για τη συνέχεια που ακολουθεί;


Πιστεύω ότι θα ήταν ιδιαίτερα δημιουργικό ο κάθε γονιός να φιλτράρει τη συμπεριφορά και την αντίδρασή του προς το παιδί μέσα από μια διαδικασία αναβλητικότητας σε πρώτο χρόνο και έπειτα ενός προβληματισμού ως προς την ποιότητα του τι μπορεί έμμεσα να θέλει να εκφράσει το παιδί αλλά δεν έχει την ωριμότητα να το εντοπίσει μέσα του και να το τοποθετήσει στο αντίστοιχο λεκτικό πλαίσιο.



Από εκεί και πέρα το πώς ο καθένας από μας θα επιλέξει να συμπεριφερθεί έχει να κάνει με τις δικές του αντιστοιχίες σε βιώματα, τι «ξυπνάει» μέσα του η συμπεριφορά του παιδιού, ποιό είναι το δικό του επίπεδο σύνθεσης και αποδοχής αντιθετικών συναισθημάτων στον εσωτερικό του κόσμο και πόσο ενδιαφέρεται για την προσωπική του εξέλιξη ως καθοριστικό στοιχείο εξέλιξης του παιδιού του.

Ένας «πίνακας συμπεριφοράς» μπορεί να είναι η έναρξη ενός γόνιμου προβληματισμού αλλά η εξέλιξη της συμπεριφοράς μας απέναντι στα παιδιά και η υποστήριξη μιας σταθερής επικοινωνίας έχει να κάνει με την προσωπική εσωτερική μας διερεύνηση και τη σταθεροποίηση των δικών μας συναισθημάτων και αντιδράσεων!

Τετάρτη, 3 Ιουνίου 2009

Αγάπη στον εαυτό μας



Ενώ καμιά αντίρρηση δεν προβάλλεται στην εφαρμογή της έννοιας της αγάπης για διάφορα αντικείμενα, είναι πολύ πλατιά διαδεδομένη η πεποίθηση ότι ενώ το ν’ αγαπάμε τους άλλους είναι μια αρετή, το ν’ αγαπά κανείς τον εαυτό του είναι αμαρτία. Οπότε αν η αγάπη στον εαυτό μας είναι αμαρτία, η έλλειψη της θα είναι κατά συνέπεια αρετή. Όπως επίσης και το ότι στο βαθμό που αγαπώ τον εαυτό μου, δεν αγαπώ τους άλλους και το ότι η αγάπη στον εαυτό μας είναι το ίδιο με τον εγωισμό.
Γεννιούνται όμως τα εξής ερωτήματα :

Είναι η αγάπη για τον εαυτό μας ταυτόσημη με τον εγωισμό ή τα δύο αυτά είναι αντίθετα;
Είναι ο εγωισμός του σύγχρονου ανθρώπου πραγματικά ένα ενδιαφέρον για τον εαυτό του σαν προσωπικότητα με όλες τις πνευματικές, ψυχικές και αισθητικές δυνατότητές του;
Είναι ο εγωισμός του ταυτόσημος με την αγάπη στον εαυτό του ή μήπως προκαλείται ακριβώς από την έλλειψη αγάπης για τον εαυτό του;

Κατ’ αρχήν πρέπει να υπογραμμιστεί η λογική πλάνη που υπάρχει στην αντίληψη πως η αγάπη για τους άλλους και η αγάπη για τον εαυτό μας αποκλείουν η μια την άλλη.

Δεν υπάρχει ορισμός για τον άνθρωπο όπου να μη συμπεριλαμβάνομαι κι εγώ ο ίδιος .

Η ιδέα που εκφράζεται στο βιβλικό «Αγάπα τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου» σημαίνει ότι ο σεβασμός προς τη δική μου ακεραιότητα και μοναδικότητα, η αγάπη και η κατανόηση για τον εαυτό μου δε μπορούν να χωριστούν από το σεβασμό, την αγάπη και την κατανόηση για ένα άλλο άτομο. Η αγάπη για τον εαυτό μου είναι αξεχώριστα συνυφασμένη με την αγάπη για οποιαδήποτε άλλη ύπαρξη.

Όχι μόνο οι άλλοι αλλά κι εμείς οι ίδιοι είμαστε τα «αντικείμενα» των συναισθημάτων μας και των διαθέσεων μας.

Μια τάση αγάπης προς τον εαυτό τους θα βρεθεί σε όλους εκείνους που είναι ικανοί να αγαπάνε τους άλλους.

Η αγάπη σαν αρχή είναι αδιαίρετη όσο αφορά τη σχέση μεταξύ των «αντικειμένων» και του ίδιου του εαυτού μας.

Η γνήσια αγάπη είναι εκδήλωση της δημιουργικότητας και συνεπάγεται φροντίδα, σεβασμό, ευθύνη και γνώση. Δεν είναι ένα «πάθος» με την έννοια ότι κάποιος μας προκαλεί μια συγκίνηση, αλλά μια ενεργητική προσπάθεια για την ανάπτυξη και την ευτυχία του αγαπημένου προσώπου, που έχει τις ρίζες της στην ικανότητα μας για αγάπη.

Το να αγαπά κανείς την οικογένειά του μα να μην αισθάνεται τίποτε για τον «ξένο», είναι σημάδι βασικής ανικανότητας για αγάπη.

Η κατάφαση της ζωής ενός ανθρώπου, της ευτυχίας του, της ανάπτυξής του, της ελευθερίας του έχει τις ρίζες της στην ικανότητά του ν’ αγαπά – στην ικανότητά του για φροντίδα, σεβασμό, ευθύνη και γνώση. Αν ένα άτομο είναι ικανό ν’ αγαπά δημιουργικά, αγαπά και τον εαυτό του. Αν μπορεί ν’ αγαπά μόνο τους άλλους, τότε δεν μπορεί ν’ αγαπά καθόλου.

Αν η αγάπη για τον εαυτό και η αγάπη για τους άλλους είναι συνυφασμένες τότε πως εξηγείται ο εγωισμός, που ολοφάνερα αποκλείει κάθε γνήσιο ενδιαφέρον για τον άλλο;

Ο εγωιστής ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του, θέλει το καθετί για τον εαυτό του, δεν νιώθει καμιά ευχαρίστηση στο δόσιμο και χαίρεται μόνο όταν παίρνει. Βλέπει τον εξωτερικό κόσμο μόνο από την άποψη του τι μπορεί να πάρει απ’ αυτόν. Είναι βασικά ανίκανος να αγαπήσει.

Εγωισμός και αγάπη για τον εαυτό μας, μακριά από το να είναι ταυτόσημα, είναι στην πραγματικότητα αντίθετα. Το εγωιστικό άτομο δεν αγαπά τον εαυτό του πάρα πολύ, τον αγαπά ελάχιστα. Στην πραγματικότητα μισεί τον εαυτό του. Αυτή η έλλειψη αγάπης, φροντίδας για τον εαυτό και δημιουργικού προσανατολισμού του δημιουργεί το συναίσθημα του κενού και της απογοήτευσης. Είναι αναγκαστικά δυστυχισμένος άνθρωπος, και αγωνιά να αρπάξει από τη ζωή ικανοποιήσεις, που ο ίδιος εμποδίζει τον εαυτό του να απολαύσει.

Ένα παράδειγμα μπορούμε να βρούμε στην υπερπροστατευτική μητέρα. Τη στιγμή που η μητέρα αυτή συνειδητά πιστεύει πως έχει πολύ μεγάλη αγάπη στο παιδί της, στην πραγματικότητα έχει μια βαθιά απωθημένη εχθρότητα προς το αντικείμενο του ενδιαφέροντός της. Δείχνει αυτό το υπερβολικό ενδιαφέρον όχι γιατί αγαπά το παιδί της πάρα πολύ, αλλά επειδή οφείλει ν’ αναπληρώσει την έλλειψη ικανότητάς της να του προσφέρει οποιαδήποτε αγάπη.

Άλλο παράδειγμα αποτελεί ο ανιδιοτελής. Ο ανιδιοτελής θεωρεί την ιδιότητα του αυτή λυτρωτική και είναι περήφανος γι’ αυτήν. «Ο ανιδιοτελής δεν θέλει τίποτα για τον εαυτό του», «ζει μόνο για τους άλλους», και είναι περήφανος που δεν θεωρεί τον εαυτό του σημαντικό. Διαπιστώνει όμως ότι δεν είναι ευτυχισμένος.

Μια ανιδιοτελής μητέρα πιστεύει ότι το παιδί της θα νιώσει τι σημαίνει να αγαπιέται και θα μάθει με τη σειρά του ν’ αγαπά. Το αποτέλεσμα της ανιδιοτέλειάς της, ωστόσο, δεν ανταποκρίνεται καθόλου στις προσδοκίες της. Τα παιδιά δε δείχνουν την ευτυχία των ανθρώπων που είναι πεισμένοι ότι τους αγαπούν, είναι ανήσυχα, νευρικά, φοβούνται την αποδοκιμασία της μητέρας, και προσπαθούν με αγωνία ν’ ανταποκριθούν στις προσδοκίες της. Συχνά επηρεάζονται από την κρυφή εχθρότητα της μητέρας προς τη ζωή, την οποία μάλλον διαισθάνονται και δεν την βλέπουν καθαρά , και τελικά διαποτίζονται τα ίδια από την εχθρότητα αυτή.

Η επίδραση της ανιδιοτελούς μητέρας δεν είναι και πολύ διαφορετική από την επίδραση μιας εγωιστικής μητέρας. Συχνά είναι χειρότερη, γιατί η ανιδιοτέλεια της μητέρας εμποδίζει το παιδί να τη δει κριτικά. Το παιδί νιώθει ότι έχει υποχρέωση να μην την απογοητεύει. Διδάσκεται κάτω από τη μάσκα της αρετής, το μίσος για τη ζωή.


Αν έχει κανείς την ευκαιρία να μελετήσει την επίδραση μιας μητέρας με γνήσια αγάπη για τον εαυτό της, θα διαπιστώσει ότι τίποτ’ άλλο δεν συντελεί τόσο πολύ στο να νιώσει και να μάθει το παιδί τι σημαίνει αγάπη, χαρά και ευτυχία όσο το ν’ αγαπιέται από μια μητέρα που αγαπά τον εαυτό της.






Η ανάρτηση αποτελεί μέρος του βιβλίου

"Η τέχνη της αγάπης" του Έριχ Φρομ